Μια αληθινή ιστορία τρόμου

                                                            του Flammentrupp

Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Βρισκόμουν, θυμάμαι, μαζί με άλλες τριάντα βασανισμένες ψυχές, σ’ ένα απαίσιο δωμάτιο. Ένα άρρωστο νοσοκομειακό λευκό και κάτι-που-πριν-από-χρόνια-ήταν-μάλλον-μπεζ χρωμάτιζαν τους τοίχους του. Σ’ έναν απ’ αυτούς, βρισκόταν ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου βαμμένο μαύρο, το οποίο έδινε έναν ακόμη πιο αποκρουστικό τόνο στο όλο σκηνικό, καθώς θύμιζε τη μαύρη πέτρα που έριξαν πίσω τους οι Θεοί αφήνοντας μας μόνους.


Καθόμασταν στοιχισμένοι ανά δύο σε άβολες μεταλλικές καρέκλες, έχοντας μπροστά μας έναν μικρό ξύλινο πάγκο με εξίσου μεταλλικά ποδάρια. Ήμασταν υποχρεωμένοι να ακολουθούμε το πρόγραμμα «Ορθή Γνώση και Συμπεριφορά», εκπονημένο πολλά χρόνια πριν και προορισμένο να διαρκέσει για πάντα. Η Ανθρωπότητα, κάτω από τη βαριά μπότα των Επικυρίαρχων (κανείς δεν ήξερε ποιοι πραγματικά είναι, κανείς δεν ήξερε αν ήταν άνθρωποι ή κάτι άλλο), έπρεπε να ακολουθεί εγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς και να γεμίζει το κεφάλι της με συγκεκριμένη πληροφορία. Οτιδήποτε άλλο πέραν των περιοριστικών κόκκινων γραμμών, χαρακτηριζόταν γραφικό, ουτοπικό, ίσως παιδαριώδες, κι αν έφτανε να γίνει ενοχλητικό, μετατρεπόταν σε αδίκημα και είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση του ελαττωματικού μέλους της κοινωνίας από την κυκλοφορία.  


Η εργασία που μας είχε δοθεί  ήταν να παρακολουθούμε καθημερινά, είτε με άμεση επαφή είτε μέσω βιβλίων, τους «Συντονιστές». Αυτοί, ήταν τύποι που είχαν αναλάβει το δύσκολο έργο της ρύθμισης του μυαλού μας στις συχνότητες των εν ισχύ κοινωνικών και επιστημονικών απόψεων και της προετοιμασίας να δεχτούμε ομαλά μέσα μας τη μέγιστη ελευθερία: «Είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλουν». 

Μέσω των παραθύρων –ευτυχώς υπήρχαν– παρατηρούσα τον καιρό.  Ήταν ένα κλασικό ανοιξιάτικο προς καλοκαιρινό πρωινό. Γαλάζιος, πεντακάθαρος ουρανός μ’ έναν χρυσό και ζεστό ήλιο να τον στολίζει. Αυτό, δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα εκείνη τη στιγμή, ήταν ν’ ακούσω κάτι για την ύλη και τους νόμους που τη διέπουν, όπως ήταν προγραμματισμένο.

Ο συγκεκριμένος Συντονιστής μου προκαλούσε, άθελά του, τον γέλωτα. Είχε ένα μακρύ, ευρυμέτωπο πρόσωπο με αδρά χαρακτηριστικά –σχεδόν αποστεωμένος– ενώ άφθονα μούσια και λίγα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ολοκλήρωναν αυτό το έργο τέχνης. Όταν μπήκε στο δωμάτιο, «είδα» να μπαίνει μαζί του μια κακόβουλη έρπουσα σκιά. Το βλέμμα του είχε κάτι το μη-ανθρώπινο ενώ η φωνή του όταν μας είπε «καλημέρα» μου φάνηκε περισσότερο τερατώδης παρά φυσιολογική. Δεν έδωσα σημασία, καθώς θεώρησα ότι όλα οφείλονταν σε παιχνίδια του μυαλού που βροντοφώναζε στο σώμα να βγει έξω και να χαρεί τη Μητέρα Φύση. Παρ’ όλ’ αυτά, κάτι μέσα μου ψιθύριζε πως όλα θα πήγαιναν στραβά.

Πράγματι, ο Συντονιστής έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του τον «Δήμιο». Ήταν ένα μικρό σημειωματάριο που το είχαμε ονομάσει έτσι διότι ήταν μαύρο σαν την κουκούλα του εκτελεστή και είχε τη δυνατότητα να παρατείνει την ποινή της 12ετούς φυλάκισης στην οποία είχαμε καταδικαστεί,  για άλλο ένα ή και περισσότερα έτη. Μέσα του ήταν γραμμένα τα ονόματά μας. Ο Συντονιστής διάλεγε μερικά, συνήθως τρία ανά φορά, και ζητούσε από τους άτυχους/-ες να πουν το ποίημα έτσι όπως το ‘χει γράψει ο ποιητής. Θυμήθηκα, πως το τέλος εκείνου του χρόνου φυλάκισης πλησίαζε, κι αυτός θα έπρεπε να υποβάλει αναφορά  για την «πρόοδο» μας. 


«Όχι σήμερα ρε γαμώτο!», είπα στον εαυτό μου. Όμως, όταν η Τύχη αντί για τη χρυσή της αστερόσκονη σου ρίχνει τη μυρωδάτη πορδούλα της, το κάνει για πολλές μέρες όχι μόνο για μία. Κι εγώ μύριζα έντονα εκείνη την περίοδο…
 Έτσι, με τ ηθικό καταρρακωμένο, περίμενα τ’ όνομά μου. 

«Γιώγος», είπε με σαρκαστικό τόνο το τέρας. Γύρισαν τα μάτια μου. Ο «Γιώγος» καθόταν ακριβώς πίσω μου. Τον κοίταξα με οίκτο. Είχε καμπουριάσει κι έσερνε τα πόδια του απελπισμένα προς το απαίσιο μαύρο ξύλο του τοίχου, όπως του είχε υποδείξει ο Συντονιστής. 

«Βεσλεμές», συνέχισε ο τρισκατάρατος. Ένιωσα μια σκοτοδίνη. Ο Βεσλεμές ήταν ο διπλανός μου. Ώστε αυτό ήθελε ο ευτελής!! Να παίξει μαζί μου!! Να με κάνει να τρέμω απ’ την αγωνία!! Πρώτα ο πίσω, μετά ο διπλανός. Το ‘ξερα πως με μισεί ο ηλίθιος!! Τα μάτια του Βεσλεμέ έπαιξαν περίεργα, καθώς πάνω τους αποτυπώθηκε η Απόγνωση. 

Τα χέρια του Συντονιστή γύρισαν τις σελίδες του δήμιου προς την αρχή. Έφτασε στην πρώτη. Άρχισε να κοιτάζει τα ονόματα από κάτω προς τα πάνω. Όσο ανέβαινε, τόσο με τύλιγε η έρπουσα σκιά  Ήμουν το πρώτο όνομα. Αναρριχήθηκε στην κορυφή. Με κοίταξε στα μάτια. Ήθελα να χαθώ για πάντα στους λαβύρινθους της Κούφιας Γης, μα ήταν αργά. 

«Αγ…» άρχισε να συλλαβίζει και η ύπαρξή μου κονιορτοποιήθηκε….   

«Αγιομαυρίτου»!              
                                            
Ήθελα να σταθώ μπροστά στην αστεία μουτσούνα που είχε για πρόσωπο, και να ουρλιάξω την κραυγή του νικητή. Είχε διαλέξει το επόμενο όνομα απ’ το δικό μου. 

…Η ύπαρξή μου ξαναγίνεται ένα …

…Χιλιάδες Ήλιοι τρέπουν σε φυγή τα ζοφερά σκοτάδια του Διαστήματος …

…Ολόγλυκα φρούτα κρέμονται στων δέντρων τα κλαδιά …

…Για εμάς κελαηδούν τα πουλιά … 

Ήξερα πως ο μουσάτος τρόμος από την παγωμένη χώρα της Φυσικοχημείας θα χτυπούσε ξανά.. Όμως, τότε θα μ’ έβρισκε προετοιμασμένο…


Σχόλια

Ανώνυμος Ο Φίλιππος Βαβουλάκης είπε...
Μα τον Κύκλωπα, τον Μινώταυρο και όλους τους Εκατόγχειρες!!
Με ανεπιτήδευτο λογοτεχνικό τρόπο, ανέσυρες έναν ξεχασμένο τρόμο..
Ένα άρθρο που πραγματικά απόλαυσα!
Παρασκευή, 18 Αυγούστου, 2017
 
Ανώνυμος Ο Σταμάτης Μαμούτος είπε...
Το κορυφαίο του Βασίλη μέχρι σήμερα, κατά την γνώμη μου.
Τετάρτη, 30 Αυγούστου, 2017